Αναρτήθηκε από: mageo | 8 Φεβρουαρίου 2010

Τα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού(συνέχεια)

Τα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού,όταν ο ύπνος δεν ερχόταν να μου δώσει κάτι από τη λήθη του,άκουγα κάποια στιγμή τον ήχο απόμακρο και βαθύ εκείνης της απελευθερωτικής φωνής,που σημάδευε το τέλος του ατέλειωτου μεσημεριού και η φωνή έλεγε αυτή τη μαγική φράση:»Κουκούτσες…έχω ζεστές… κουκούουουτσες!….»

Τότε,κατηφόριζα τρέχοντας τη σκάλα του σπιτιού κρατώντας σφιχτά στο χέρι μου το αντίτιμο της ελευθερίας μου,δύο δραχμές,άνοιγα την πόρτα,ξεχυνόμουν στο δρόμο και εκεί σταματούσα,περίμενα.Περίμενα να τον δω να προβάλει στη γωνία,στο τέλος του δρόμου,εκείνον,εκείνο το ασθενικό γεροντάκι,φορτωμένο με το τεράστιο πανέρι του,μέσα στο οποίο ήσυχα και τακτοποιημένα αναπαυόταν το αντικείμενο του πόθου μου,ζεστές και νοστιμότατες,οι κουκούτσες.

van gogh

Κάτω από αυτό το βάρβαρο όνομα κρύβονταν στην πραγματικότητα κάτι γλυκύτατες άγριες αγγινάρες,βρασμένες και αλατισμένες κατά το δοκούν,τις οποίες ο εν λόγω γεράκος πουλούσε εν είδει πασατέμπου ή φυστικιών μέσα σε χάρτινα χωνάκια.

Ο γέρος πρόβαλε σαν πρόσωπο του μύθου,αχνίζοντας μέσα στην υγρή ζέστη,ίδιος με τις αγγινάρες του,αχνιστές κι αυτές.΄Οταν πλησίαζε σε απόσταση ασφαλείας από το σπίτι,εγώ με ύφος όλο σιγουριά και αυτοπεποίθηση,περπατούσα βιαστικά προς το μέρος του και σαν τον έφτανα,άπλωνα αμίλητη το χέρι που κρατούσε τις δύο δραχμές και τότε ο γέρος σταματούσε,έπαιρνε ένα χωνάκι και εναπόθετε εκεί πέντε μικρές κουκούτσες.

΄Ολη η συναλλαγή γινόταν μέσα στη σιωπή.Εγώ ήμουν έτσι κι αλλοιώς λιγομίλητη, σχεδόν βουβή με τους ξένους και ο γέρος φαίνεται κρατούσε τις δυνάμεις του για τον δρόμο,το βαρύ πανέρι του και την επόμενη μακρόσυρτη περί κουκουτσών γοερή φράση του:»Κουκούτσες…έχω ζεστές…κουκούουουτσες!…»

Advertisements

Responses

  1. Στην άκρη της πόλης ήταν τα πιλόχτιστα.
    Μια γειτονιά με φτωχούς κατοίκους, μεροκαματιάρηδες, περιθωριακούς, με τους καυγάδες, τα τραγούδια, τα γέλια τους, την τρέλα τους.
    Τα ήθη εκεί ήταν από συντηρητικά του κατηχητικού έως ελευθέρια. Πολλοί και οι μπεκρήδες.
    Σ΄ένα τέτοιο σπιτάκι έμενε μια οικογένεια ιδιαίτερη. Η γυναίκα-μάνα είχε δυο άντρες, δυο γιούς κι έμεναν όλοι μαζί.
    Ο ένας άντρας ήταν ο νόμιμος σύζυγος. Ο άλλος ήταν ο έρωτας.
    Η γειτονιά είχε αποδεχτεί την κατάσταση και μάλιστα στις γιορτές της έλεγαν:
    κυρά Μαρούλα μου να σου ζήσει ο Πάνος σου και να χαίρεσαι το Χρήστο σου.
    Απ΄ αυτό το σπίτι δεν άκουσα ποτέ αυτούς τους φοβερούς καυγάδες με τα ευφάνταστα βλαστήμια, πράγμα που ήταν στις συνήθειες της γειτονιάς.
    Οι δυο άντρες είχαν τις δουλειές τους.. Ο ένας είχε ένα μαγαζάκι. Ο νόμιμος έκανε διάφορα πράγματα. Δουλειές του ποδαριού. Το καλοκαίρι μάλιστα πούλαγε κουκούτσες.

  2. Δεν ήταν πολλοί πωλητές κουκούτσων (!!!) τότε. Εγώ τον θυμάμαι κάθε απόγευμα με το κοφίνι του. Πιστεύω ότι ήταν αυτός!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: