Αναρτήθηκε από: mageo | 24 Μαΐου 2010

Godard ou barbarie 2

(Επανέρχομαι στο ζήτημα του Γκοντάρ,αναδημοσιεύοντας από την Καθημερινή της Κυριακής,(23 Μαίου)το άρθρο της Μαρίας Κατσουνάκη,»Με κομμένη την ανάσα».
Πιστεύω πως είναι ένα κείμενο που ερμηνεύει χωρίς δισταγμούς και με καθαρότητα το μήνυμα που ήθελε να στείλει ο Γκοντάρ με την απουσία του από τις Κάννες.)

Με κομμένη την ανάσα

Tης Mαριας Kατσουνακη

Η δήλωση του Ζαν Λικ Γκοντάρ είχε ως εξής: «Εξαιτίας προβλημάτων “ελληνικού τύπου” δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του Φεστιβάλ. Με το Φεστιβάλ θα πήγαινα ώς τον θάνατο, αλλά δεν θα κάνω ούτε ένα βήμα παραπάνω». Ανω κάτω οι Κάννες. Τι ήθελε να πει ο μετρ; Κομφούζιο. Κριτικοί και δημοσιογράφοι σήκωσαν τα χέρια. Το γραφείο Τύπου συνιστούσε «ρωτήστε τον Γκοντάρ», η στάση του προκάλεσε αντικρουόμενα σχόλια και αυθαίρετες ερμηνείες. Τα ελληνικά ΜΜΕ χειρίστηκαν τη σιβυλλική ανακοίνωση φιλελληνικά. Οχι άδικα. Λίγες ημέρες νωρίτερα, σε συνέντευξή του, ο μεγαλύτερος εν ζωή Γάλλος σκηνοθέτης είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό της χώρας μας: «Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα… Η Δύση τής χρωστάει… Ξεχνάμε τη σχέση ανάμεσα στην τραγωδία και τη δημοκρατία. (…) Θα μπορούσε να ζητήσει από τον σημερινό κόσμο χιλιάδες εκατομμύρια για συγγραφικά δικαιώματα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε».

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο Γκοντάρ γνωρίζει την αρχαία ελληνική γραμματεία όσο λίγοι αυτόχθονες, γι’ αυτό και όταν την επικαλείται δεν το κάνει για να χαϊδέψει αυτιά ούτε για να ασκήσει φτηνή πολιτική, ενισχύοντας εθνικές ψευδαισθήσεις. Ως δημιουργός έχει αντλήσει, έχει επηρεαστεί και συνδιαμορφωθεί από τα κείμενα και τη σκέψη της. Ομως, τα «προβλήματα “ελληνικού τύπου”» που επικαλέστηκε, εκφράζουν μια διαμαρτυρία ευρύτερη και, παράλληλα, μια στάση ζωής.

Κρίση, ανεργία, ανέχεια, απεργίες, ένας κόσμος σε αναβρασμό· από την άλλη, οι Κάννες. Η αποθέωση της εικόνας, του φαίνεσθαι. Πακτωλός χρημάτων για την προώθηση ταινιών και σταρ, το επικοινωνιακό παιχνίδι στην πιο εξελιγμένη και αναβαπτισμένη μορφή του. Η βιομηχανία του θεάματος λυτρωτική και προκλητική την ίδια στιγμή.

Ο Γκοντάρ θέλησε να πάρει τις αποστάσεις του. Συμβολικά και ουσιαστικά. Το παιχνίδι της χωρίς όρια κατανάλωσης, αυτό το ράλι της πολυτέλειας και του κομφορμισμού, θάμπωσε προς στιγμήν. Ενας επίτιμος συνδαιτυμόνας, με τιμητική θέση, αρνείται να παραστεί αφήνοντας, επιπλέον, το «Film Socialisme», την τελευταία του ταινία, ασυνόδευτη.

Τι έμπνευση! Αυτός ο γνήσιος εκπρόσωπος του Μάη του ’68, με τους ορκισμένους εχθρούς και φίλους, παραμένει στα 80 του χρόνια ερεθιστικός και καίριος, από τους τελευταίους στοχαστές του σινεμά (και όχι μόνον). Προπετής και θαρραλέος, αντιφατικός και επιθετικός. Υμνητής του οργανωμένου χάους, γεννά με τις ταινίες του μόνο απορίες και ερωτήματα. Σαρκάζει το επιφαινόμενο, μοιάζει με διανοούμενο αναχωρητή, αλλά είναι περισσότερο μαχητής και από τους πιο ασυμβίβαστους ακτιβιστές. Δεν κάνει θόρυβο. Αρκεί ένας μικρός ελιγμός, μια απουσία και το Φεστιβάλ των Καννών χάνει, έστω και για λίγες ώρες, την πυξίδα του. Ο δημιουργός δεν αρκεί να υπερασπίζεται το έργο του μόνο με λόγια…

Ετσι και ο Γκοντάρ. Αφησε την αμετάφραστη, χαοτική –όπως διαβάζουμε– ταινία του μόνη, χωρίς να προσφέρει τους κώδικες. Πριν από έξι χρόνια, όταν είχε προβληθεί στις Κάννες «Η μουσική μας», μια παραλλαγή πάνω στον πόλεμο, τη μελαγχολία, την Παλαιστίνη, το Σεράγεβο, με τη «συντροφιά» του Λεβινάς, του Σαρτρ, του Χάιντεγκερ, δοκίμασε και πάλι τις αντοχές του κοινού. «Αυτό που μετράει δεν είναι αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, που μας υποδεικνύει η κάμερα, αλλά ό, τι δεν βλέπουμε».

Με μια άρνηση τριών γραμμών έκανε την πιο πυκνή καταγγελία. Για τις αγορές, τα μονοπώλια, τις αλχημείες, τις σοφιστείες, την υποκρισία, την πλαστή ευδαιμονία, την οπωσδήποτε γιορτή. Η φράση του «δεν θα κάνω ούτε ένα βήμα παραπάνω» ήταν σοφά μελετημένη. Οι Κάννες, φέτος, όφειλαν να είχαν προνοήσει. Η μεγαλύτερη διεθνής κινηματογραφική εκδήλωση δεν μπορεί να πορεύεται ερήμην των γεγονότων, που φέρνουν την Ευρώπη στο χείλος οικονομικής και κοινωνικής αποδιοργάνωσης.

Η Ευρώπη του Γκοντάρ, λίκνο ιστορίας και πολιτισμού, θυμίζει τον Τιτανικό στο «Film Socialisme». Οι ήρωές του περιπλανιούνται στους αιώνες με οδηγό τη λογοτεχνία, τα κενά, τις συγκρούσεις και την ασυνεννοησία. Ο σκηνοθέτης θέτει το ερώτημα, την απάντηση και το νέο ερώτημα: «Εάν ένας θεατής μού πει αυτή είναι μια κακή ταινία, θα του απαντήσω: το λάθος είναι δικό σου. Τι έκανες για να είναι καλός ο διάλογος;».

Advertisements

Responses

  1. Πολύ ωραίο κείμενο.

  2. Εξαιτερικό! ευχαριστώ!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: