Αναρτήθηκε από: mageo | 20 Ιουνίου 2010

Πρωϊνές βόλτες με βάρκα


Είχα έναν θείο βαρκάρη.Φτωχός άνθρωπος,πάλευε για την επιβίωση μεταφέροντας με τη βάρκα του το καλοκαίρι τους λουόμενους στις κοντινές παραλίες.
‘Ηταν ένας ήσυχος άνθρωπος με ένα ύφος ντροπαλό και ενα χιούμορ κρυφό,διακριτικό,σχεδόν αδιόρατο.Και ένα χαμόγελο γλυκό,σαν μικρού παιδιού.
Με έπαιρνε καμμιά φορά μαζί του,στη βάρκα,ως βοηθό.Εγώ κρατούσα το τιμόνι,ενώ αυτός ασχολιόταν με το πανί και τα ξεκινήματα-σταματήματα της βάρκας.Η ευτυχία μου δίπλα του ήταν απόλυτη.
Μου έδινε και παραγγέλματα.Μάλιστα,για να μην μας καταλαβαίνουν οι άλλοι,είχαμε και συνθηματικά.Θυμάμαι δυο λέξεις:σκόρδο και κρεμμύδι.Σε τι αντιστοιχούσαν ακριβώς,αδυνατώ να θυμηθώ.Νομίζω πως ήταν το αριστερά-δεξιά μεταμφιεσμένο.Μπορεί και όχι.
‘Ηξερε τα πάντα για τη ζωή της θάλασας και τα μυστικά του βυθού.Τα ψάρια ήταν γι αυτόν κάτι σαν παιδιά του.Γι αυτό και απέφευγε να ψαρέψει,μην ενδίδοντας στις πιέσεις της γυναίκας του,που πίστευε,και δικαίως, πως με το ψάρεμα θα μπορούσαν να αυξήσουν κάπως το λιγοστό τους εισόδημα.

‘Ηταν λοιπόν ένας πρίγκηπας βαρκάρης και όχι ένας φτωχός ψαράς.Καθαρά ζήτημα άποψης.

Στις ιστορίες με ψάρια που μου διηγόταν,οφείλω εν πολλοίς την επιβίωσή μου.Γιατί,μέχρι κάποια ηλικία,λόγω υπερβολικού μπουκώματος μάλλον,αρνιόμουν να μασήσω.Σαν να λέμε «δεν τα μασούσα εγώ αυτά…»
Τρεφόμουνα λοιπόν με υγρή ή έστω ρευστή τροφή,χυμούς,σούπες και τέτοια.Για να καταπιώ ωστόσο,έπρεπε να ξεχαστώ.Και εκεί επενέβαινε ο εν λόγω θείος με τις ιστορίες του.

Υπήρχε εκείνο τον καιρό ένα σιδερένιο τολ μέσα στη θάλασσα, δίπλα από τον δρόμο του Κάστρου,αγνώστου σε μένα προέλευσης.Αυτό βέβαια ήταν το σπίτι των ψαριών.Το τι γινόταν σ’ αυτό το σπίτι δεν λέγεται.Τι γάμοι,τι βαφτίσια,τι δεξιώσεις,τα ψάρια δεν έχαναν ευκαιρία για γιορτές,χαρές και ξεφαντώματα.
Υπήρχε ο κυρ-σπάρος και η λιθρινούλα,ο γερο-σκουμπρής και η γιαγιά-σαργίνα,ο πονηρός κύριος χταπόδης και η κακιά πεθερά σμέρνα και άλλοι και άλλοι ατελείωτοι,μια ολόκληρη ψαρένια πολιτεία.’Ολοι αυτοί συγκατοικούσαν σ’αυτό το τεράστιο σιδερένιο βαρέλι και η συγκατοίκηση δεν ήταν πάντα ένα εύκολο ζήτημα.Υπήρχαν ανταγωνισμοί,έρωτες,συγκρούσεις συμφερόντων,στενοχώριες και βάσανα,αλλά γενικώς τα ψάρια επεδείκνυαν φοβερή αντοχή,και πολύ θετικά αισθήματα.’Ετσι πάντα,στο τέλος της μέρας,τα πάθη καταλάγιαζαν και άρχιζε το πάρτυ.

Τον άκουγα με ανοιχτό το στόμα.Και έτσι το κουτάλι με τη σούπα δεν έχανε ποτέ τον στόχο του,και εγώ κατάπινα τη θεία τροφή ανυπομονώντας για την επόμενη σκηνή του δράματος ή της γιορτής.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: